Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και ισχυρές επιδόσεις, όπως επιβεβαιώνουν τα τελευταία στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ο κρατικός προϋπολογισμός εμφάνισε ένα πρωτογενές πλεόνασμα που ξεπέρασε τις προσδοκίες, σηματοδοτώντας μια θετική τροχιά για τη δημοσιονομική υγεία της χώρας.
Εντυπωσιακή Αύξηση του Πρωτογενούς Πλεονάσματος
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία για την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025, ο κρατικός προϋπολογισμός σε ταμειακή βάση κατέγραψε ένα πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 11 δισ. ευρώ. Αυτό αποτελεί μια σημαντική βελτίωση σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, όταν το πλεόνασμα ανερχόταν στα 8 δισ. ευρώ. Η αύξηση αυτή των 3 δισ. ευρώ υπογραμμίζει την αποτελεσματική διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.
Επιδόσεις του Ταμειακού Αποτελέσματος της Κεντρικής Διοίκησης
Παράλληλα, το ταμειακό αποτέλεσμα της Κεντρικής Διοίκησης παρουσίασε πλεόνασμα 3,9 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο. Αν και το ποσό αυτό είναι χαμηλότερο από τα 7 δισ. ευρώ που καταγράφηκαν πέρυσι, αντικατοπτρίζει μια συνετή διαχείριση των άμεσων ταμειακών ροών και την ικανότητα του κράτους να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του.
Αυξημένα Έσοδα και Ελεγχόμενες Δαπάνες
Η θετική πορεία του πρωτογενούς πλεονάσματος οφείλεται κυρίως στην εντυπωσιακή αύξηση των εσόδων του τακτικού προϋπολογισμού. Συγκεκριμένα, τα έσοδα διαμορφώθηκαν σε 60,4 δισ. ευρώ έως τον Οκτώβριο του 2025, έναντι 55,7 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο του 2024. Αυτή η άνοδος υποδηλώνει μια υγιή ανάκαμψη της οικονομίας και αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων. Ταυτόχρονα, οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού διατηρήθηκαν σε διαχειρίσιμα επίπεδα, φτάνοντας τα 51,5 δισ. ευρώ, από 48,4 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος, επιδεικνύοντας δημοσιονομική πειθαρχία.
Σημασία για την Ελληνική Οικονομία
Αυτά τα στοιχεία αποτελούν ισχυρό μήνυμα σταθερότητας και εμπιστοσύνης για την ελληνική οικονομία. Η επίτευξη ενός τόσο υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος παρέχει δημοσιονομικό χώρο για την υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών, τη μείωση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Επιπλέον, ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές, προσελκύοντας επενδύσεις και δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.








