Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου παρουσιάζει το έργο «1961», μία σύνθεση του διακεκριμένου Κορνήλιου Σελαμσή, σε σκηνοθεσία του Χάρη Φραγκούλη. Η παράσταση, διάρκειας περίπου εβδομήντα λεπτών, επιχειρεί μία διεισδυτική ματιά στην αρχιτεκτονική κληρονομιά και τη σχέση της με τη συλλογική μνήμη, επιλέγοντας ως τόπο φιλοξενίας το Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου.
Η Έννοια της Αρχιτεκτονικής και ο Χρόνος
Η κεντρική ιδέα του έργου «1961» συνδέεται άρρηκτα με τη φιλοσοφική θεώρηση της αρχιτεκτονικής του μοντέρνου, όπως αυτή εξελίχθηκε κατά τη δεκαετία του 1960. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την προσέγγιση διαδραματίζουν τα ξενοδοχεία ΞΕΝΙΑ του ΕΟΤ, έργα του Άρη Κωνσταντινίδη, που ανεγέρθηκαν μεταξύ 1955 και 1965. Τα κτίρια αυτά, κάποτε σύμβολα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού, στέκουν σήμερα σε διάφορα σημεία της ελληνικής επικράτειας, συχνά σε κατάσταση εγκατάλειψης, σχεδόν ως ερείπια. Η παρουσία τους αναδεικνύει την αντίθεση μεταξύ του χθεσινού οράματος και της σύγχρονης πραγματικότητας, όπου κυριαρχεί ένας πυρετός για συνεχή ανάπτυξη και μία μανία του αύριο, συχνά χωρίς σεβασμό στην ιστορία των κατασκευών.
Ερείπια ως Μάρτυρες του Παρελθόντος
Το «1961» δεν είναι απλώς μια θεατρική παράσταση, αλλά μία μουσική εκδρομή στα απομεινάρια του παρόντος, μέσα από τις φωνές και τους ήχους έξι οργάνων. Το έργο διερευνά αυτή τη σχέση του κτίσματος με το ερείπιο, αναζητώντας τη σύνδεση με οτιδήποτε δεν είναι πια παρόν. Η παράσταση εστιάζει σε ένα παρελθόν που ανήκει στους «νεκρούς», στις «σκιές», αναδεικνύοντας τη διαχρονική λειτουργία του κτίσματος ως φορέα μνήμης και ως σιωπηλού μάρτυρα κοινωνικών και πολιτικών μεταβολών. Η επιλογή των ΞΕΝΙΑ ως αναφοράς δεν είναι τυχαία. Αυτά τα κτίρια αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας εποχής που πίστευε ακράδαντα στον εκσυγχρονισμό, και η σημερινή τους κατάσταση υπογραμμίζει τις διαδοχικές φάσεις της ελληνικής πορείας.
Ευελιξία και Κοινωνικός Απόηχος
Η σύνθεση έχει σχεδιαστεί με ευελιξία, επιτρέποντας την παρουσίασή της σε ποικίλους υπαίθριους χώρους, όπως αυλές, στέγαστρα και αύλειους χώρους κτιρίων. Αυτή η επιλογή ενισχύει την επιθυμία του έργου να συνομιλήσει με τον χώρο, όχι απλώς να τον χρησιμοποιήσει ως σκηνικό. Μέσα από τη μουσική και τη σκηνοθεσία, το «1961» επιχειρεί να αναδείξει την κοινωνική και πολιτική διάσταση της αρχιτεκτονικής, υπενθυμίζοντας ότι τα κτίρια δεν είναι απλώς δομές, αλλά ζωντανοί οργανισμοί που αντανακλούν και διαμορφώνουν την ιστορία. Το έργο, μέσω της αφήγησης δύο φωνών και της οργανικής συνοδείας, προσφέρει ένα σχόλιο για την εγκατάλειψη, τη φθορά και την ανάγκη αναψηλάφησης της σχέσης μας με την υλική και άυλη κληρονομιά μας.







