Η επιδημιολογική κατάσταση στην Ελλάδα αναφορικά με τον ιό του Δυτικού Νείλου παρουσιάζει φέτος αυξημένη δυναμική, με την περιοχή της Ανατολικής Αττικής να αναδεικνύεται σε μείζον επίκεντρο. Η ανησυχία εντείνεται εξαιτίας της σημαντικής αύξησης των καταγεγραμμένων κρουσμάτων έναντι της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου έτους, ενώ η περίοδος κυκλοφορίας του ιού δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, υποδηλώνοντας πιθανή περαιτέρω επιδείνωση.
Η Εξέλιξη των Κρουσμάτων και οι Επιπτώσεις
Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη ενημέρωση από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), η εβδομάδα που έληξε στις 19 Αυγούστου 2026, κατέγραψε 47 νέα εγχώρια κρούσματα της λοίμωξης. Επιπλέον, αναφέρθηκε ένα κρούσμα με σύνθετο ιστορικό μετακινήσεων, περιλαμβάνοντας παραμονή σε ενδημική χώρα του εξωτερικού. Συνολικά, από την έναρξη του έτους 2026, ο αριθμός των κρουσμάτων έχει ανέλθει στα 157, ενώ δυστυχώς έχουν καταγραφεί και 13 θάνατοι.
Γεωγραφική Κατανομή και Παράγοντες Επιδημιολογίας
Ο Καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), κ. Γκίκας Μαγιορκίνης, έχει επισημάνει την αυξημένη δραστηριότητα του ιού φέτος, εστιάζοντας πρωτίστως στους δήμους Μαρκοπούλου και Σπάτων. Ενώ ο ακριβής προσδιορισμός της αιτίας της έξαρσης παραμένει πρόκληση, είναι παγκοσμίως γνωστό πως τα κουνούπια, οι κύριοι φορείς της νόσου, προσβάλλονται από μολυσμένα πτηνά, με τα κορακοειδή να διαδραματίζουν συχνά κεντρικό ρόλο στην αλυσίδα μετάδοσης.
Η εξάπλωση του ιού του Δυτικού Νείλου συνδέεται συχνά με:
- Κλιματικές συνθήκες: Υψηλές θερμοκρασίες και αυξημένες βροχοπτώσεις μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την αναπαραγωγή των κουνουπιών.
- Αστικοποίηση: Η επέκταση των αστικών και περιαστικών περιοχών μπορεί να φέρει τους ανθρώπους σε στενότερη επαφή με τα ενδιαιτήματα των φορέων.
- Ελλείψεις σε μέτρα πρόληψης: Η ανεπαρκής εφαρμογή προγραμμάτων κουνουποκτονίας και ενημέρωσης του κοινού ενδέχεται να συμβάλει στην επιδημιολογική επιβάρυνση.
Κλινική Εικόνα και Προστασία
Η πλειονότητα των ατόμων που μολύνονται παραμένουν ασυμπτωματικοί (περίπου 80%). Ωστόσο, ένα ποσοστό της τάξης του 20% εκδηλώνει ήπια συμπτώματα, όπως πυρετό, πονοκέφαλο, μυαλγίες και εξάνθημα. Σε μικρότερο, αλλά σημαντικό ποσοστό (περίπου 1%), η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί σε νευροδιεισδυτική νόσο (εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα, οξεία χαλαρή παράλυση), με δυνητικά σοβαρές επιπλοκές ή και θάνατο. Οι ευπαθείς ομάδες, όπως ηλικιωμένοι και άτομα με υποκείμενα νοσήματα, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσου.
Η προστασία εστιάζει πρωτίστως στην αποφυγή των τσιμπημάτων κουνουπιών. Συνιστάται η χρήση εντομοαπωθητικών, η τοποθέτηση σιτών σε παράθυρα και πόρτες, καθώς και η αποφυγή έκθεσης σε εξωτερικούς χώρους κατά τις ώρες αιχμής δραστηριότητας των κουνουπιών (σούρουπο και αυγή). Η συστηματική εφαρμογή προγραμμάτων κουνουποκτονίας από τους αρμόδιους φορείς κρίνεται απαραίτητη για τον περιορισμό της δημόσιας υγειονομικής απειλής.






