Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα οξύμωρο σχήμα που αφορά την κοινωνική ασφάλιση: ενώ τα ταμεία της χώρας καταγράφουν σημαντικά πλεονάσματα, ένα μεγάλο μέρος των συνταξιούχων αδυνατεί να καλύψει ακόμα και τις βασικές του ανάγκες. Αυτή η παράδοξη κατάσταση αποτυπώνεται καθαρά στα επίσημα στοιχεία και δημιουργεί έντονο προβληματισμό για το μέλλον του συστήματος και την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων.
Τα Οικονομικά Δεδομένα των Ασφαλιστικών Ταμείων
Οι πρόσφατες αναφορές από τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) φέρνουν στην επιφάνεια μια ενθαρρυντική εικόνα: προβλέπονται πλεονάσματα που θα ξεπεράσουν τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2026. Αυτό το γεγονός υποδηλώνει μια οικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, προσφέροντας μια αίσθηση ασφάλειας όσον αφορά την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις μελλοντικές του υποχρεώσεις. Οι αριθμοί αυτοί, εκ πρώτης όψεως, θα έπρεπε να προκαλούν αισιοδοξία για το μέλλον των συντάξεων.
Η Σκληρή Καθημερινότητα των Συνταξιούχων
Ωστότεσο, πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς των πλεονασμάτων, κρύβεται μια πολύ διαφορετική και άκρως ανησυχητική πραγματικότητα για εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες συνταξιούχους. Τα στατιστικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: έξι στους δέκα συνταξιούχους λαμβάνουν μηνιαία σύνταξη που υπολείπεται των 1.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ένα τεράστιο τμήμα του πληθυσμού των ηλικιωμένων αγωνίζεται καθημερινά για να καλύψει βασικές ανάγκες όπως η στέγαση, η διατροφή, η θέρμανση και η υγειονομική περίθαλψη. Πολλοί εξ αυτών ζουν κάτω ή οριακά πάνω από τα όρια της φτώχειας, με την αξιοπρεπή διαβίωση να αποτελεί πλέον πολυτέλεια.
Τα Πλεονάσματα που Δεν Φτάνουν στην Κοινωνία
Η απόσταση ανάμεσα στα οικονομικά στοιχεία των ταμείων και στην πραγματική ζωή των συνταξιούχων δεν είναι απλώς ένα στατιστικό παράδοξο. Αποτυπώνεται με γλαφυρό τρόπο τόσο στον κρατικό προϋπολογισμό του 2026 όσο και στην έκθεση «Ήλιος» του περασμένου Αυγούστου, αναδεικνύοντας ένα βαθύ χάσμα. Τα δισεκατομμύρια ευρώ που συσσωρεύονται στα ασφαλιστικά ταμεία, ως πλεονάσματα, φαίνεται να μην «μεταφράζονται» σε βελτίωση της διαβίωσης για εκείνους που έχουν χτίσει το σύστημα με τους κόπους μιας ζωής. Αυτή η ασυμφωνία υπογραμμίζει την ανάγκη για αναθεώρηση των πολιτικών που αφορούν τη διαχείριση των πόρων και την αναδιανομή τους, ώστε η οικονομική ευρωστία του συστήματος να αντικατοπτρίζεται και στην ευημερία των συνταξιούχων.
Είναι σαφές ότι η βιωσιμότητα ενός συστήματος κοινωνικής ασφάλισης δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά από τους αριθμούς των πλεονασμάτων του, αλλά κυρίως από την ικανότητά του να προσφέρει αξιοπρεπή διαβίωση στους δικαιούχους του. Η πρόκληση είναι μεγάλη: πώς θα γεφυρωθεί αυτό το χάσμα και πώς θα εξασφαλιστεί ότι οι πόροι θα αξιοποιηθούν προς όφελος των ανθρώπων που τους έχουν περισσότερη ανάγκη;








