Η ινομυαλγία, ένα χρόνιο ρευματικό νόσημα με χαρακτηριστικά τον διάχυτο μυοσκελετικό πόνο, την εξουθενωτική κόπωση και τη σοβαρή επιβάρυνση της ποιότητας ζωής, υπολογίζεται ότι προσβάλλει 200.000 έως 400.000 άτομα στην Ελλάδα. Ωστόσο, η πραγματικότητα της διαγνωστικής διαδικασίας αποκαλύπτει μία ανησυχητική εικόνα: τρεις στους τέσσερις πάσχοντες παραμένουν αδιάγνωστοι. Όσοι τελικά καταφέρνουν να λάβουν ορθή διάγνωση, συχνά περιμένουν κατά μέσο όρο έως και πέντε χρόνια, επισκεπτόμενοι τρεις έως τέσσερις διαφορετικούς ιατρούς.
Η διάσταση του προβλήματος στην Ελλάδα
Τα στοιχεία αυτά, τα οποία δημοσιοποιεί η Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα (ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α.) με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης για την Ινομυαλγία (12 Μαΐου), αναδεικνύουν την έκταση του φαινομένου. Η κατάσταση στην Ελλάδα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εντός του ευρύτερου πλαισίου των ρευματικών νοσημάτων.
- Η μελέτη ESORDIG, η μεγαλύτερη επιδημιολογική έρευνα ρευματικών νοσημάτων στον ελληνικό ενήλικο πληθυσμό, καταδεικνύει ότι το 26,9% των Ελλήνων πάσχει από κάποια ρευματική ή μυοσκελετική πάθηση.
- Τα ρευματικά νοσήματα αποτελούν την κύρια αιτία μακροχρόνιας αναπηρίας στη χώρα μας, αντιπροσωπεύοντας το 47,2% του συνόλου.
Κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις
Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της ινομυαλγίας και των ρευματικών νοσημάτων είναι δυσβάσταχτο. Διεθνείς μελέτες καταδεικνύουν ότι το 75-88% των συνολικών δαπανών σχετίζεται με την έμμεση απώλεια παραγωγικότητας και την αναπηρία, παρά με το άμεσο κόστος των φαρμάκων ή των θεραπειών. Η μακρά περίοδος αδιάγνωστης νόσου εντείνει τις επιβαρύνσεις, καθώς οι ασθενείς αντιμετωπίζουν:
- Απώλεια εργασίας ή μειωμένη παραγωγικότητα.
- Χρόνια ψυχική και σωματική επιβάρυνση.
- Επιδείνωση της ποιότητας ζωής.
Η αναγκαιότητα της έγκαιρης διάγνωσης
Η καθυστέρηση στη διάγνωση της ινομυαλγίας αποτελεί ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας με ευρείες κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις. Η βελτίωση της αναγνώρισης των συμπτωμάτων από τον ιατρικό κόσμο και η ευαισθητοποίηση του κοινού κρίνονται απαραίτητες για την έγκαιρη παρέμβαση και τη μείωση της ταλαιπωρίας των ασθενών.







