Ο παράγοντας του φύλου στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου
Πρόσφατα δεδομένα από εκτενή μελέτη στις Ηνωμένες Πολιτείες ρίχνουν φως σε ένα κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας: την καθυστερημένη διάγνωση καρκίνου στους άνδρες. Η έρευνα, η οποία διεξήχθη σε μια περίοδο επτά ετών (2015-2022) και περιέλαβε πάνω από 2,4 εκατομμύρια περιστατικά, αναλύει 30 διαφορετικούς συμπαγείς όγκους που δεν σχετίζονται με το αναπαραγωγικό σύστημα.
Τα ευρήματα της μελέτης, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό «Cancer Epidemiology, Biomarkers & Prevention», συνοψίζονται από την καθηγήτρια Θεραπευτικής, Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, τη βιολόγο Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και τον καθηγητή Θεραπευτικής, Ογκολογίας και Αιματολογίας, Θάνο Δημόπουλο. Υποδεικνύουν ότι οι άνδρες διατρέχουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο να διαγνωστούν με καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο, υπογραμμίζοντας μια υφιστάμενη ανισότητα στο σύστημα υγείας.
Διαφορές στη διάγνωση ανά τύπο καρκίνου
Η ανάλυση αποκάλυψε ότι οι άνδρες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να λάβουν διάγνωση σε τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό στάδιο σε 20 διαφορετικούς τύπους καρκίνου. Ειδικότερα, σε 16 μορφές καρκίνου, η διάγνωση ήταν σημαντικά πιθανότερο να γίνει αφού ο όγκος είχε ήδη επεκταθεί πέραν των αρχικών ορίων του, μη παραμένοντας πλέον εντοπισμένος. Αυτό φαινόμενο υποδηλώνει την ύπαρξη συστημικών παραγόντων που επηρεάζουν την έγκαιρη ανίχνευση.
Παρατηρούμενες ανισότητες σε συγκεκριμένους καρκίνους
Οι πιο έντονες διαφορές στην κατάσταση διάγνωσης μεταξύ των φύλων καταγράφηκαν σε καρκίνους όπως αυτός της γλώσσας. Το εύρημα αυτό είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό, καθώς η καθυστερημένη διάγνωση σε τέτοιου είδους καρκίνους συχνά συνεπάγεται πιο επιθετικές θεραπείες και σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά επιβίωσης.
Κοινωνικές και πολιτισμικές παράμετροι
Η παρούσα μελέτη δεν εξετάζει διεξοδικά τους αιτιολογικούς παράγοντες αυτής της ανισότητας. Ωστόσο, η 20ετής εμπειρία μας στον χώρο της πολιτικής και κοινωνικής ανάλυσης επιτρέπει την υπόθεση ότι παράγοντες όπως οι κοινωνικές νόρμες περί «ανδρισμού», η απροθυμία των ανδρών για τακτικές προληπτικές εξετάσεις, καθώς και η ενδεχόμενη υποτίμηση των συμπτωμάτων από τους ίδιους τους ασθενείς ή ακόμη και από το ιατρικό προσωπικό, ενδέχεται να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συζήτηση γύρω από την υγεία των ανδρών οφείλει να ενταχθεί σε ευρύτερο πλαίσιο δημόσιου διαλόγου, με στόχο τη διαμόρφωση πολιτικών που θα προάγουν την έγκαιρη πρόληψη και διάγνωση, μειώνοντας τις υφιστάμενες ανισότητες.







